Ἱερὰ Μητρόπολις

Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης

Ἱερὰ Μητρόπολις

Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης

Τοπική Αγιολογία

Ὅσιος Σοφιανὸς, ὁ σημειοφόρος, Ἐπίσκοπος Δρυϊνουπόλεως

Ὁ Ὁσιος Σοφιανός, ὑπῆρξε σημαντική θρησκευτική προσωπικότητα τῆς ἐποχῆς του (17ος αἰ.) στήν περιοχή τῆς Ἠπείρου καί θεωρεῖται ὁ πρόδρομος τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Γεννήθηκε πιθανότατα στό χωριό Πολύτσιανη (περιοχή Πωγωνίου τῆς Βορείου Ἠπείρου). Ἔγινε γνωστός ἀπό τή στιγμή πού ἀνέλαβε Ἐπίσκοπος Δρυϊνουπόλεως (περιοχή Ἀργυροκάστρου, Δέλβινου, Χειμάρρας) μέ χαρακτηριστικότερη τή συμβολή του, στό σταμάτημα τῆς ἐξώμωσης (δηλ. τής ἄρνησης μέ τήν βία τοῦ χριστιανισμοῦ καί ἀποδοχῆς τοῦ μωαμεθανισμοῦ) στήν Ἤπειρο

Τό 1672 ἵδρυσε μοναστηριακή σχολή στόν Ἅγιο Ἀθανάσιο τῆς Πολύτσανης. Τήν ἐποχή πού ἔζησε, οἱ ἐξισλαμισμοί ἦταν ἰδιαίτερα σύνηθες φαινόμενο. Ὁ ἴδιος θέλοντας νά ἀντιμετωπίσει αὐτή τήν κατάσταση περιόδευε ἀπό χωριό σέ χωριό γιά νά πείσει τόν κόσμο νά διατηρήσει τίς παραδόσεις καί τήν θρησκεία του. Τό 1711, λίγους μῆνες πρίν τόν θάνατό του, παραιτεῖται ἀπό τά ἀρχιερατικά καθήκοντα καί γίνεται μεγαλόσχημος μοναχός στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου, γιά νά ἀποδοθεῖ ἀποκλειστικά στό κηρυκτικό καί ἱεραποστολικό τοῦ ἔργο.

Σύμφωνα μέ τόν Βασίλειο Μπαρά, ὅταν ἡ κατάσταση ἔγινε ἐκρηκτική καί οἱ ἀρνησίθρησκοι ἐπικίνδυνα ἀπειλητικοί «ὁ Σοφιανός δέν μπόρεσε νά κρατηθεῖ περισσότερο στά παρασκήνια. Ἔζωσε τό σπαθί του κι ἐπήρε δίπλα τά βουνά, δίπλα τά κορφοβούνια τῆς Νεμέρτσικας. Βρέθηκε ἀπό τούς πρώτους ἐκεῖ, πού τόν καλοῦσε τό καθῆκον τῆς τιμῆς, ἀνάμεσα στό ἀγωνιζόμενο ποίμνιό του, καί τό ἐσκέπασε μέ τίς ἡγετικές του φτεροῦγες. Ἔστησε λοιπόν τό λημέρι του στό Μοναστήρι τοῦ Ἀη – Θανάση στήν Πολύτσιανη». Ὁ κατεξοχήν ἱστοριοδίφης τῆς Ἠπείρου Παναγιώτης Ἀραβαντινός σημειώνει: «Ὁ σεβάσμιος οὗτος ἀνήρ τά μέγιστα συνετέλεσεν εἰς ἀναχαίτισιν τοῦ χειμάρρου τῆς ἐξωμωσίας τοῦ ἀπειλοῦντος νά κατακλύσει ὁλόκληρον τήν Ἤπειρον». Ἄλλος ἕνας βαθύς γνώστης τῆς ἠπειρωτικῆς ἱστορίας, ὁ Φάνης Μιχαλόπουλος, σέ μία σημαντική μελέτη γιά τόν Ὅσιο Σοφιανό, γράφει ὡς συμπέρασμα: «Ὅταν ὁ Ἑλληνισμός κινδύνευε νά χαθεῖ στήν Ἤπειρο, ἐξαιτίας τῶν ἀθρόων ἐξισλαμισμῶν, υπήρξεν ὁ πρῶτος πού ὀρθώθηκε ἐναντίον τοῦ μιάσματος καί μέ τίς ὁμιλίες τοῦ καί τή θεία τοῦ ἔξαρση, κατόρθωσε νά τό σταματήσει. Ἄν στό ἀλύτρωτο ἐκεῖνο τμῆμα τῆς Βορείου Ἠπείρου σώζονται Ἕλληνες, αὐτό ὀφείλεται στόν ἅγιο Σοφιανό καί στόν κατόπιν μεγάλο ἐθναπόστολο πάτερ Κοσμᾶ, πού κι αὐτός περιηγήθηκε τά μέρη ἐκεῖνα καί τά ἐνίσχυσε στό θρησκευτικό καί ἐθνικό πεδίο. Ὁ Σοφιανός πρέπει νά ἀριθμηθεῖ μεταξύ τῶν μεγάλων ἀναγεννητῶν τῆς ἐθνότητας». Καί ὁ Μπαράς λέει ἀκόμα: «Ἄρα ὁ Παπᾶ Γιάννης ἀπό τίς ἀπάτητες βουνοπλαγιές τῆς Μουργκάνας καί ὁ Σοφιανός ἀπό τά ψηλώματα τῆς Νεμέρτζικας, μαζί μέ τούς ἄλλους ἀφανεῖς ἥρωες καί τό ἀνώνυμο καί ἀλογάριαγο πλῆθος τῶν ἀγωνιστῶν, ἐκράτησαν τήν Ρωμιοσύνη καί Χριστιανοσύνη ἐκεῖ ἀπάνω στά βόρεια μέρη τῆς Ἠπείρου».

Λόγω τοῦ χαρακτῆρα τοῦ ἦταν ἰδιαίτερα σεβαστός ἀκόμη καί ἀπό τούς μουσουλμάνους. Μαρτυρεῖται μάλιστα ἡ περίπτωση μιᾶς νεαρῆς μουσουλμάνας, πού ἀπελπισμένη προσέφυγε στόν Ὅσιο, ἀδυνατώντας νά βρεῖ τό κεντημένο μέ χρυσά φλουριά φέσι τῆς. Ἐκεῖνος προσευχήθηκε θερμά καί τῆς ἀποκάλυψε ὅτι τό φέσι τῆς βρισκόταν στήν φωλιά ἑνός πελαργοῦ, ὑποδεικνύοντας μάλιστα τό ἀκριβές σημεῖο, ὅπου λίγο ἀργότερα τό βρῆκε εὐγνωμονώντας τόν Ὅσιο.

Ἕνα ἀκόμη θαῦμα τοῦ Ὅσίου μαρτυροῦν οἱ ἱστορικές πηγές καί οἱ προφορικές μαρτυρίες. Τή Μονή τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἐπισκέφτηκε ἕνας διαβάτης, στόν ὁποῖο οἱ μοναχοί διηγήθηκαν κάποιο θαῦμα. Στή διήγηση ἦταν παρών καί ὁ Ὅσιος Σοφιανός, πού ἄκουγε προσεκτικά. Ὁ διαβάτης ἀρχικά φάνηκε δύσπιστος στή διήγηση τῶν μοναχῶν καί κατόπιν ἐξέφρασε ἔντονα τήν ἀπιστία του. Τότε ὁ Ἅγιος σηκώθηκε καί διέταξε ἕνα νεαρό καλογέρι νά πάρει ἀπό τό τζάκι τρία κομμάτια ξύλου κερασιᾶς, πού καίγονταν. Ζήτησε ἀπό τόν ξένο καί ἄπιστο διαβάτη καί τόν καλόγερο νά τόν ἀκολουθήσουν στήν αὐλή καί, παίρνοντας τήν ἀξίνα, φύτεψε τά καμένα τρία κομμάτια ξύλου λέγοντας στό διαβάτη ὅτι αὐτά θά ἀνθίσουν καί θά καρποφορήσουν μέχρι τήν ἑπόμενη ἄνοιξη, γιά νά τοῦ δείξει ὁ Θεός ἔμπρακτα ὅτι ἡ διήγηση τῶν μοναχῶν γιά τό ἀναφερόμενο θαῦμα ἦταν πέρα γιά πέρα ἀληθινή.

Καί μέ τίς προσευχές του Ἁγίου τό θαῦμα ἔγινε. Τά καμένα ξύλα ἔπιασαν ρίζες, ἔβγαλαν φύλλα καί καρπούς, ὅπως ἐκεῖνος εἶχε προβλέψει. Βρίσκονται ἀκόμη καί στίς μέρες μᾶς στόν περίβολο τῆς Ἱεράς Μονῆς, πού σήμερα φέρει πλέον καί τό ὄνομα τοῦ Ὁσίου καί ὀνομάζεται Μονή Ἁγίων Ἀθανασίου καί Σοφιανού.

Ὁ Ὅσιος Σοφιανός κοιμήθηκε στίς 26 Νοεμβρίου τοῦ 1711. Αὐτή ἡ χρονολογία βρέθηκε σκαλιστή στήν ξύλινη λειψανοθήκη, ὅπου εἶχε τοποθετηθεῖ τό ἅγιο σκήνωμά του. Πλέον ἡ τιμία του κάρα καθώς καί τά ἱερά του λείψανα φυλάσσονται σέ περίτεχνες θῆκες, τά ὁποία ἀπό τήν Μονή τοῦ Ὁσίου μεταφέρθηκαν γιά λόγους ἀσφαλείας ἀπό τόν εὐλαβέστατο Ἱερέα τοῦ χωριοῦ π. Ἐυθύμιο Καλαμᾶ καί τούς κατοίκους του στό κεντρικό Ἱερό Ναό τῶν Ταξιαρχῶν τῆς Πολύτσανης, ὅπου μέχρι σήμερα φυλάσσονται γιά ἁγιασμό καί εὐλογία. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς, τιμᾶ τήν μνήμη του στίς 26 Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους.

 

(π. Νεκταρίου Πέττα, «Ο Όσιος Σοφιανός, Επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου, Ο Σημειοφόρος († 26-11-1711) και η Πολυτσάνη Πωγωνίου», Εκδόσεις Ινστιτούτου «Χριστόφορος Παπουλάκος», 2009)

 

Ἀπολυτίκιον

Ἱεραρχίας κεχρισμένος τῷ μύρῳ, ἀρχιερεύς περιφανής ἀνεδείχθης πᾶσι Χριστοῦ θεράπων ἐνθεώτατος, καί σοφῶς ἐποίμανας τόν λαόν τοῦ Κυρίου, Σοφιανέ ὅσιε, διά λόγων καί ἔργων۰ καί νῦν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ἐλεηθῆναι τούς σέ μακαρίζοντας.

 

Μεγαλυνάριον

Τῆς Δρυϊνουπόλεως ἱερός ποιμήν ἀνεδείχθης, ὡς τῶν πάλαι Ἱεραρχῶν μιμητῆς ἐν πάσι, Σοφιανέ παμμάκαρ, ἐνθέοις προτερήμασι σεμνυνόμενος.