Ἱερὰ Μητρόπολις

Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης

Ἱερὰ Μητρόπολις

Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης

Τοπική Αγιολογία

Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ

ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης γεννήθηκε ἀπό εὐλαβεῖς γονεῖς, τόν Πρόδρομο καί τήν Εὐλαμπία Ἐζνεπίδη, στά Φάρασα τῆς Καππαδοκίας στίς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, λίγες μέρες πρίν ἀπό τή φυγή τῶν Φαρασιωτῶν ἀπό τήν πατρώᾳ γῆ γιά τήν Ἑλλάδα. Στή βάπτισή του, ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ πλήρης ἡμερῶν καί ἁγιότητος βίου κοσμούμενος Ἱερέας τῶν Φαράσων, τόν ὀνόμασε Ἀρσένιο, «γιά νά τόν ἀφήσει καλόγερο στό πόδι του», ὅπως χαρακτηριστικά εἶπε.

Στήν Ἑλλάδα, ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε στήν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ὅπου ὁ ἴδιος πέρασε τά παιδικά καί νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος μέ τίς διηγήσεις γιά τό θαυμαστό βίο τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου, ἔλεγε ὅτι θά γίνει μοναχός ἀπό τήν ἡλικία τῶν 5 ἐτῶν! Καί ἀφοῦ ἔμαθε νά διαβάζει, ἀγαπημένη του ἀσχολία ὑπῆρξε ἡ ἀνάγνωση τῶν Βίων τῶν Ἁγίων, τῶν ὁποίων ἐμιμεῖτο τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες μέ θερμό ζῆλο.

Μετά ἀπό τίς ἐγκύκλιες σπουδές του δέ θέλησε νά συνεχίσει στά γράμματα, ἀλλά προτίμησε νά μιμηθεῖ τό Χριστό καί μαθήτευσε στήν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, τήν ὁποία ἄσκησε μέ ἐπιμέλεια καί δεξιοσύνη. Στήν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἀξιώθηκε τῆς θέας τοῦ Κυρίου, γιά ἕνα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω τοῦ ὁποίου ἀπέκρουσε μία δαιμονική προσβολή τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἀπιστίας. Ἀπό τότε φούντωσε μέσα του ἀκόμη περισσότερο ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὁ πόθος γιά τή μοναχική ζωή.

Ἀκολούθησαν καιροί ταραχῆς καί ἀναστάτωσης γιά τήν Ἑλλάδα, λόγῳ τῆς ξένης Κατοχῆς καί τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ὁ Ὅσιος ὅμως, τόσο ὡς πολίτης ὅσο καί ὡς στρατιώτης κατά τή θητεία του (1945 – 1949), ἐπέδειξε ἀπαράμιλλο θάρρος καί αὐτοθυσία. Ἦταν πρόθυμος νά δώσει κάθε στιγμή καί τή ζωή του ἀκόμα γιά τή σωτηρία τῶν ἄλλων. Εὑρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στόν καταιγισμό τῶν φονικῶν πυρῶν, συνέβη νά σώσει μέ τίς θερμές προσευχές του πολλούς στρατιῶτες, ἀλλά νά σωθεῖ καί ὁ ἴδιος μέ τρόπο θαυμαστό.

Ἐπειδή τό μεγαλύτερο διάστημα τῆς στρατιωτικῆς του θητείας τό ὑπηρέτησε μέ τήν εἰδικότητα τοῦ ἀσυρματιστῆ, πολλές ἐκδόσεις ἀφιερωμένες στή ζωή τοῦ Ὁσίου τόν ἀναφέρουν ὡς «Ἀσυρματιστή τοῦ Θεοῦ». Μάλιστα, ὁ Ὅσιος φέροντας ὡς παράδειγμα τήν εἰδικότητά του στόν στρατό, ἀπάντησε σέ κάποιον πού ἀμφισβητοῦσε τή χρησιμότητα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ὅτι οἱ μοναχοί εἶναι «ἀσυρματιστές τοῦ Θεοῦ», ἐννοώντας τήν θερμή τούς προσευχή καί τήν ἔγνοια τούς γιά τήν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα.

Ὕστερα καί ἀπό αὐτές τίς περιπέτειες, θέλησε νά καταταγεῖ στό ἀγγελικό τάγμα τῶν μοναχῶν, μέ τά φτερά πού ἔδινε ὁ θεῖος ἔρωτας. Ἔτσι, μετέβη στό Ἅγιον Ὅρος, ἀναζητώντας ἕναν ὁδηγό γιά τή ζωή τῆς κατά Θεόν ἡσυχίας. Δέν κατάφερε ὅμως νά ἐκπληρώσει ἀμέσως τόν πόθο του. Παράλληλα, οἱ δικοί τοῦ βρέθηκαν τήν ἴδια περίοδο σέ μεγάλη οἰκονομική δυσκολία, ὁπότε τόν κάλεσαν νά τούς βοηθήσει. Ἔτσι, ἐπέστρεψε στήν Κόνιτσα καί ἐργάστηκε ὡς μαραγκός. Μετά ἀπό 3 χρόνια ὅμως (1953), σέ ἡλικία 29 ἐτῶν πλέον, ἐγκατέλειψε τά πράγματα του κόσμου καί ἐπέστρεψε στήν Ἀθωνική Πολιτεία.

Ἀφοῦ περιῆλθε σκῆτες καί καλύβες, ἀκολούθησε τελικά τή συμβουλή ἑνός σεβάσμιου γέροντα καί ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἐσφιγμένου, γνωστῆς τότε γιά τήν αὐστηρή τῆς τάξη. Ἐκεῖ ἔζησε μέσα στήν ολοτελή ὑπακοή καί ἐπιδόθηκε σέ ὑπέρμετρη ἄσκηση, ὑπερβάλλοντας σέ κόπους γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀδελφῶν του. Ἔτσι, στίς 27 Μαρτίου 1954 ἐκάρη μοναχός. Ἔλαβε ρασοευχή καί τό ὄνομα Ἀβέρκιος. Ἔχοντας ὅμως ἄσβεστο μέσα του τόν πόθο γιά τόν ησύχιο καί ἀπράγμονα βίο, πῆρε τήν εὐλογία τοῦ Ἠγουμένου καί πῆγε νά μονάσει στήν Ἱερά Μονή Φιλοθέου, πού ἦταν τότε σέ κατάσταση ἰδιόρρυθμη. Ἐκεῖ προετοιμάστηκε γιά τή ζωή τοῦ ἐρημίτη, κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἑνός διακριτικοῦ καί σοφοῦ γέροντα, τοῦ γέροντα Συμεών. Στίς 12 Μαρτίου 1956, ἐκάρη μικρόσχημος μοναχός καί ἔλαβε τό ὄνομα «Παΐσιος», χάρη στό Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τόν Β’, ὁ ὁποῖος ἦταν καί συμπατριώτης του.

Τόν Αὔγουστο του 1958, ὑπακούοντας σέ θεία βουλή, δέν ἐγκαταστάθηκε στήν ἔρημο, γιά τήν ὁποία προετοιμαζόταν, ἀλλά στήν κατεστραμμένη Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας τοῦ Στομίου, πού βρίσκεται κοντά στήν Κόνιτσα. Σέ αὐτήν ἔζησε 4 χρόνια, ζῶντας ἰσάγγελο βίο, παλεύοντας μέ τούς πειρασμούς, εὐεργετώντας τούς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς, σώζοντας πολλούς ἀπό τίς διδασκαλίες τῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων πού δρούσαν στην Κόνιτσα καί ἀνακαινίζοντας μέ πολύ μόχθο τό Μοναστήρι.

Τo 1962, ὅταν καί ὁλοκληρώθηκε τό ἔργο τῆς ἀνακαινίσεως καί ὁ κίνδυνος ἀπό τίς ἑτερόδοξες ὁμάδες ἐξέλιπε, ὁ Ὅσιος παρακαλοῦσε μέσα στούς πειρασμούς, πού καθημερινά τόν πολιορκοῦσαν, θερμά τό Θεό νά τοῦ δείξει τό δρόμο πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσει. Ἔτσι, δέχθηκε ὡς θεόσταλτη τήν πρόσκληση κάποιου ἱεροδιακόνου νά τόν συνοδεύσει στό Θεοβάδιστο Ὄρος τοῦ Σινᾶ. Πάνω σέ κείνον τόν ἄνυδρο καί ξερό τόπο, στό κελί τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καί Ἐπιστήμης, ἔζησε ἐπιτέλους αὐτό πού χρόνια ποθοῦσε, τήν πρός Θεόν μόνωση.

Ἀγωνιζόμενος μέ πολλή ταπείνωση, διαρκῆ νηστεία, ἀκατάπαυστη ἀγρυπνία καί ἀδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε νά ὑπερνικήσει τίς παγίδες τοῦ μισόκαλου ἐχθροῦ καί νά ἀπολαύσει τήν ἕνωση μέ τό Θεό. Γεμᾶτος ἀπό τή χάρη τῆς θείας παρακλήσεως, ἀπολάμβανε τήν κατά Θεόν εὐφρόσυνη μέσα στό καμίνι τῆς ἀπαράκλητης ἐρήμου. Ἔγινε μάλιστα ἰδιαίτερα ἀγαπητός στούς Βεδουίνους, δίνοντάς τούς τρόφιμα μέ χρήματα ἀπό τήν πώληση στούς προσκυνητές ξύλινων σταυρῶν πού ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος.

Δέν θά ὑπῆρχε, ἔτσι, κανένας λόγος νά ἐγκαταλείψει τό στάδιο ἐκεῖνο τῆς ἀρετῆς, ἐάν φεῦ! – δέν ἐνέσκηπτε ἡ σωματική ἀσθένεια ἀπό τό τραχύ κλῖμα, ἡ ὁποία τόν ἀνάγκασε νά ἐπιστρέψει στήν κατά σάρκα πατρίδα τοῦ. Ἐπανερχόμενος στό Ἅγιον Ὄρος τό 1964, δέν ἐλάττωσε τό πλῆθος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων του, παρά τήν καταβολή τοῦ σώματος, καθώς στό πνεῦμα διατηροῦσε τήν πρότερη ζέση του. Ζῶντας λοιπόν ὡς ξένος καί παρεπίδημος στή γῆ, ἔφτασε νά γίνει πολίτης τοῦ οὐρανοῦ.

Ἔχοντας, συνεπῶς, τήν πράξη ὡς τήν «ἐπίβασιν» τῆς θεωρίας, ἔφτασε σέ ὑψηλά μέτρα καί ἔγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Ἐντρύφησε ἔτσι καί στήν ὡραιότητα τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἐπιπλέον ἔτυχε καί τῆς Θεομητορικῆς εὐλογίας. Συνομίλησε μέ Ἁγίους πού ἐμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε τήν ὅραση του Ἀγγέλου Φύλακά του, ἄκουσε ἀγγελικούς ὕμνους καί καταυγάσθηκε ἀπό τό οὐράνιο φῶς.

Τό 1966 ἀσθένησε σοβαρά καί εἰσήχθη στό Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδας (Νοσοκομεῖο Παπανικολάου). Ὑποβλήθηκε σέ ἐγχείρηση, μέ ἀποτέλεσμα μερική ἀφαίρεση τῶν πνευμόνων. Στό διάστημα μέχρι νά ἀναρρώσει καί νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιον Ὄρος φιλοξενήθηκε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καί Θεολόγου στή Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος μετά τήν ἀνάρρωση του καί τό 1967 μετακινήθηκε στά Κατουνάκια καί συγκεκριμένα στό Λαυρεώτικο κελί τοῦ Ὑπατίου (Βλάχικα).

Στίς 12 Αὐγούστου 1968 ὁ Ὅσιος Παΐσιος, εἰσῆλθε στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα καί μόνασε στό κελί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Τό 1979 ἀφήνει τόν Τίμιο Σταυρό καί ἀναζητώντας κελί πηγαίνει στήν ἐγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἐργάστηκε σκληρά γιά νά δημιουργήσει ἕνα κελί μέ «ὁμόλογο», ὅπου καί ἔμεινε μέχρι καί τό τέλος τής ζωῆς του. Ἀπό τήν ἐποχή πού ἐγκαταστάθηκε στήν Παναγούδα πλῆθος λαοῦ τόν ἐπισκεπτόταν. Ἦταν μάλιστα τόσο τό πλῆθος ὥστε νά ὑπάρχουν καί εἰδικές σημάνσεις πού ἐπεσήμαναν τόν δρόμο πρός τό κελί του, ὥστε νά μήν ἐνοχλοῦν οἱ ἐπισκέπτες τούς ὑπολοίπους μοναχούς. Ἐπίσης δεχόταν πάρα πολλές ἐπιστολές. Ὅπως ἔλεγε ὁ Ὅσιος στενοχωρεῖτο πολύ, γιατί ἀπό τίς ἐπιστολές μάθαινε μόνο γιά διαζύγια καί ἀσθένειες ψυχικές ἤ σωματικές. Παρά τό βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε τήν ἔντονη ἀσκητική ζωή, σέ σημεῖο νά ξεκουράζεται ἐλάχιστα, 2 μέ 3 ὧρες τήν ἡμέρα. Ἐξακολούθησε ὅμως νά δέχεται καί νά προσπαθεῖ νά βοηθήσει τούς ἐπισκέπτες. Συνήθιζε ἐπίσης νά φτιάχνει «σταμπωτά» ἐικονάκια τά ὁποία χάριζε σε αὐτούς σάν εὐλογία.

Σέ ὅλη αὐτήν τήν καθημερινή κούραση τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἔρχονται νά προστεθοῦν καί τά προβλήματα ὑγείας πού τόν ταλαιπωροῦσαν. Τά τελευταία χρόνια τῆς ζωῆς του οἱ πόνοι ἀπό τίς διάφορες ἀρρώστιες ὅπως κολίτιδα, ἡ ὁποία τοῦ ἄφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα, βουβωνοκήλη καί κυρίως ἀπό τόν καρκίνο πού τοῦ εἶχε διαγνωσθεί, γίνονταν ὅλο καί περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αὐτά ὅμως αὐτός ἦταν ἤρεμος καί ὑπέμενε χωρίς νά διαμαρτύρεται καθόλου. Ἀντιθέτως συνέχιζε νά προσεύχεται γιά ὅλους.

Μετά τό 1993 παρουσίαζε αἱμορραγίες γιά τίς ὁποῖες ἀρνοῦνταν νά νοσηλευτεῖ, λέγοντας ὅτι «ὅλα θά βολευτοῦν μέ τό χῶμα». Τό Νοέμβριο τοῦ ἴδιου ἔτους βγῆκε γιά τελευταία φορά ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί πῆγε στή Σουρωτή, στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καί Θεολόγου γιά τή γιορτή τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου (10 Νοεμβρίου). Ἐκεῖ ἔμεινε γιά λίγες μέρες καί ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά φύγει ἀσθένησε καί μεταφέρθηκε στό Θεαγένειο, ὅπου ἔγινε διάγνωση γιά ὄγκο στό παχύ ἔντερο. Θεώρησε τόν καρκίνο ἐκπλήρωση αἰτήματός τοῦ πρός τό Θεό καί ὠφέλιμο γιά τήν πνευματική του ὑγεία. Στίς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι ἡ ἀσθένεια δέν ἔπαυσε, ἀλλά παρουσίασε μεταστάσεις στούς πνεύμονες καί στό ἧπαρ, ὁ Ὅσιος ἀνακοίνωσε τήν ἐπιθυμία του νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιον Ὄρος στίς 13 Ἰουνίου. Ὁ ὑψηλός πυρετός ὅμως καί ἡ δύσπνοια τόν ἀνάγκασαν νά παραμείνει.

Στό τέλος τοῦ Ἰουνίου οἱ γιατροί τοῦ ἀνακοίνωσαν ὅτι τά περιθώρια ζωῆς του ἦταν δύο μέ τρεῖς ἑβδομάδες τό πολύ. Τή Δευτέρα 11 Ἰουλίου (γιορτή τῆς Ἁγίας Ἐυφημίας) κοινώνησε γιά τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στό κρεβάτι του. Τίς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς του ἀποφάσισε νά μήν παίρνει φάρμακα ἤ παυσίπονα, παρά τούς φρικτούς πόνους τῆς ἀσθένειάς του. Κοιμήθηκε τήν Τρίτη 12 Ἰουλίου 1994 μ.Χ. καί ὥρα 11:00 καί ἐνταφιάστηκε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καί Θεολόγου στή Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στίς 13 Ἰανουαρίου 2015 συνῆλθε ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καί ἀποφάσισε τήν κατάταξη του Ὁσίου Παϊσίου του Ἀγιορείτου στό Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἱεράς Συνόδου ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησία διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Καταὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην 

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»

Πολλά εἶναι τά θαύματα πού ἀκολούθησαν τήν κοίμησή τοῦ. Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἐξαπλώθηκε πολύ γρήγορα σέ ὅλο τόν κόσμο καί δικαίως θεωρεῖται σήμερα ὁ πιό δημοφιλής Ἅγιος τῶν ἐσχάτων καιρῶν. Ὁ βίος καί οἱ λόγοι του ἔχουν μεταφραστεῖ σέ δεκάδες γλῶσσες, ἐνῶ χιλιάδες προσκυνητές καθημερινά ἐπισκέπτονται τόν τάφο τοῦ. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 12 Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους.

 

(Ὑπό τοῦ ἐλλογιμωτάτου Καθηγητοῦ και Ὑμνογράφου δρ Χαραλάμπους Μπούσια)

 

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α ́. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῶν Φαράσων τόν γόνον, καί τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καί τῶν ἀπ’᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητήν καί ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τό σκεῦος χαρισμάτων τό μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τούς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σόι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ ́. Θείας πίστεως.

Ὥσπερ ἄγγελος, φανεὶς ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ἔτεσι, τοῖς τελευταίοις, χριστομίμητε Παΐσιε ὅσιε, ἀσκητικῶς γάρ βιώσας ἐν Ἄθωνι, ὡς παμφαέστατος ἥλιος ἔλαμψας, καί κατηύγασας, πιστῶν τά πλήθη τῇ χάριτι, τοῖς ρήμασι σημείοις καί τοῖς θαύμασι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (ποίημα τοῦ Μητροπ. Ἐδέσσης Ἰωήλ)

Ἦχος δ ́. Ταχύ προκατάλαβε.

Παΐσιε γέγονας, τῶν ἀσκητῶν ἡ κρηπίς, τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καί Σουρωτῆς ὁ τροφός, Κονίτσης τό καύχημα, σύ γάρ ἐπί τά ἴχνη, Ἀρσενίου ὁδεύσας, ἐἴληφας χαρισμάτων, τήν πληθύν Παρακλήτου, ἀφθόνως τοῖς σέ τιμῶσιν, παρέχων τά πρόσφορα.

 

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α ́. Τόν Συνάναρχον Λόγον.

Τόν πανεύφημον ἄνδρα, τοῦ ὄρους Ἄθωνος, τόν ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθάπερ φάος λαμπρόν, τήν σκοτίαν τῶν πιστῶν διασκεδάσαντα, καί νοσήματα ψυχῶν, καί σαρκός ἐπιφοράς, ἰώμενον ὑπέρ φύσιν, τῆς προοράσεως λύχνον, νέον Παΐσιον τιμήσωμεν.

 

Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ ́. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Ἁγίου Ὄρους ἀσκητήν τόν περιάκουστον, καί Ἐκκλησίας τόν φωστῆρα τόν νεόφωτον, ἐπαινέσωμεν ἐν ὕμνοις ὁλοκαρδίως, ποδηγῶν γάρ τούς πιστούς πρός βίον ἄριστον, ποταμῶν τῶν δωρημάτων τούτους ἔπλησας, διό κράζουσι· Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

 

Κάθισμα

Ἦχος α ́. Τόν τάφον σου Σωτήρ.

Τῇ χάριτι Χριστοῦ, ὡς οἱ πάλαι Πατέρες, συνέζησας σεμνέ, τοῖς ἀλόγοις θηρίοις, καί φίλος ἐτέλεσας, πτερωτῶν καί τῶν ὄφεων, ὅθεν ἅπαντες, οἱ σέ ἐἰδόντες θεόφρον, ἐξεπλάγησαν, καί Παντοκράτορα Λόγον, ἀνύμνησαν Ὅσιε.

 

Ἕτερον Κάθισμα

Ἦχος γ ́. Τήν ὡραιότητα.

Τόν πολυθαύμαστον, σεμνόν Παΐσιον, τόν καθαιρέσαντα, ὀφρύν τοῦ δράκοντος, καί ἡδονάς τάς σαρκικάς, συντρίψαντα τῇ ἀσκήσει, Ἄθωνος τό κλέϊσμα, καί Φαράσων ἐκβλάστημα, τόν εὐεργετήσαντα, πολυτρόπως τοῖς θαύμασι, τά πλήθη τῶν πιστῶν ὀρθοδόξων, πάντες τιμήσωμεν ἐνθέως.

 

Ἕτερον Κάθισμα

Ἦχος πλ. δ ́. Τήν Σοφίαν καί Λόγον.

Τῆς νεότητος ὤφθης παιδαγωγός, καί ἀκέστωρ ἀνθρώπων ναρκομανῶν, τοῖς σχοῦσι δυσίατα, πορνικά ἁμαρτήματα, ταῖς σαῖς ἐὐχαῖς ἐφάνης, θεράπων πανάριστος, καί ἐκ τῶν ἐκζητούντων, ὁδόν τήν σωτήριον, Πάτερ ἐπεγνώσθης, ἀκριβής ποδηγέτης, καί πάντων Παΐσιε, βακτηρία γεγένησαι, ἀσκητά θεοφώτιστε, διό ἐν Σουρωτή οἱ πιστοί, τόν σὸν τάφον, προσκυνοῦντες χαίρουσι, καί σεμνῶς τήν σὴν μνήμην, κατά χρέος προσμέλπουσι.

 

Ἕτερον Κάθισμα

Ἦχος δ ́.Ταχύ προκατάλαβε.

Εὐχῆς ἐργαστήριον, ἡ σὴ ἁγία ψυχή, Παΐσιε γέγονε, τῇ συνεχεῖ προσευχή, καί θείαις δεήσεσι, σύ γάρ μακροχρονήσας, ἐν τῇ κέλλῃ σου πάτερ, ὤφθης καθάπερ στήλη, φωτεινή ἱκετεύων, Χριστόν τόν πάντων κτίστην, καί παντοκράτορα.

 

Ὁ Οἶκος

Ἄγγελος ὥσπερ ἄλλος, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, Παΐσιε ἐφάνης ἐν Ἄθω, ὁσίως γάρ ζήσας ἐν γῆ, ἀσκητῶν τῶν ἀρχαίων ἰσοστάσιος, ἐφάνης τοῖς συνοῦσί σόι, βοῶσί σόι θερμῶς τοιαῦτα

Χαῖρε Φαράσων ὁ θεῖος γόνος·

χαῖρε τοῦ Ἄθωνος μέγας ὄλβος.

Χαῖρε τῆς Κονίτσης τό ἔνθεον καύχημα·

χαῖρε Σουρωτῆς κοινοβίου καλλώπισμα.

Χαῖρε βρύσις ἡ πολύκρουνος ὑπέρ φύσιν δωρεῶν·

χαῖρε ρεῦμα ἀκατάσχετον ἰαμάτων σωστικῶν.

Χαῖρε ὅτι κλεΐζεις τήν Μονήν Ἐσφιγμένου·

χαῖρε ὅτι οἰκεῖς ἐν τῷ ὄρει Σιναίου.

Χαῖρε βροτῶν ἀτύφων ὁ ἔξαρχος·

χαῖρε πολλῶν χαρίτων ὁ κάτοχος.

Χαῖρε δεινῶς ἀλγουμένων ὁ ῥύστης·

χαῖρε ἀνδρῶν μοναστῶν ὑποφήτης.

Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

 

Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστῆς ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος Πάτερ πρός μίμησιν.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Ἄνδρας καί γυναῖκας ναρκομανεῖς, καί πληθύν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καί τούς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μή παύση, σώζων ἑκάστοτε.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Μοναζόντων ὅσιε τόν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρός Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς ‘παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε κρατίστην, θεομακάριστε.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Ἔχοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τόν σὸν τάφον Πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καί θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.

 

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Πάτερ ὁσιώτατε τούς βροτούς, τούς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τήν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπή σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος. Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων.